αζάρωτος


αζάρωτος
[азаротос] εκ. несмятый, несморщенный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αζάρωτος" в других словарях:

  • αζάρωτος — η, ο [ζαρώνω] 1. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έχει ζάρες, ρυτίδες, ο αρυτίδωτος 2. ατσαλάκωτος 3. άκαμπτος, αλύγιστος 4. απείραχτος, αναλλοίωτος (λέγεται για την έγκυο γυναίκα, τής οποίας η μήτρα μένει στην κανονική της θέση) …   Dictionary of Greek

  • αζάρωτος — η, ο αυτός που δε ζαρώνει, δεν κάνει δίπλες: Το μεταξωτό ύφασμα μένει πάντα αζάρωτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άπτυχος — η, ο ο χωρίς πτυχές, αζάρωτος …   Dictionary of Greek

  • αμαράγγιαστος — η, ο [μαραγγιάζω] 1. (για φυτά ή καρπούς) αυτός που δεν έχει μαραθεί, δροσερός, φρέσκος 2. (για πρόσωπα) αυτός που παρά την ηλικία του δεν έχει ρυτιδωθεί, αρυτίδωτος, αζάρωτος …   Dictionary of Greek

  • ατσαλάκωτος — η, ο 1. (για υφάσματα και ενδύματα) αυτός που δεν τσαλακώθηκε, ο αζάρωτος 2. (για πρόσωπα) α) εκείνος που φορά ατσαλάκωτα ρούχα β) ο ατραυμάτιστος, αυτός που έμεινε σώος ύστερα από δυστύχημα γ) όποιος δεν υπέστη ηθική μείωση και δεν ταπεινώθηκε …   Dictionary of Greek

  • αρρυτίδωτος — η, ο αυτός που δεν έχει ρυτίδες, ζάρες, αζάρωτος: Το πρόσωπό της είναι εντελώς αρρυτίδωτο, μόλο που τα χει τα χρονάκια της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ατσαλάκωτος — η, ο αυτός που δεν είναι τσαλακωμένος, αζάρωτος: Φρόντιζε να φορεί πάντα ρούχα ατσαλάκωτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)